Roberto Benigni: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, το τσίρκο και η αποθέωση στο φεστιβάλ Βενετίας

Πριν από λίγες ημέρες, ο μεγάλος κωμικός, βραβεύθηκε στη Βενετία με τον «Χρυσό Λέοντα» και έκλεψε τις εντυπώσεις. Ανεβαίνοντας στη σκηνή του Palazzo del Cinema, προχώρησε σε μια ξεχωριστή αφιέρωση στη γυναίκα της ζωής του και έκανε όλο τον κόσμο να λιώσει από συγκίνηση και να τον χειροκροτεί όρθιο

Ηζωή είναι μία αδιάλειπτη εναλλαγή εμπειριών. Ο κύκλος γυρνάει και μέσα στην κίνηση του ανακατεύονται καλές και κακές στιγμές, όμορφες και άσχημες εμπειρίες, συναισθήματα χαράς και λύπης. Πριν από λίγες ημέρες, ο Ρομπέρτο Μπενίνι (Roberto Benigni) βραβεύτηκε στην Βενετία με τον «Χρυσό Λέοντα» για τη συνολική προσφορά του και έκλεψε τις εντυπώσεις, καθώς ανεβαίνοντας στην σκηνή του Palazzo del Cinema, προχώρησε σε μία ιδιαίτερη ερωτική εξομολόγηση, στην επί 40 συνεχόμενα χρόνια σύζυγό του, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης στο παρευρισκόμενο και μη κοινό.

«Δώστε μου λίγες στιγμές για ν’ αφιερώσω λίγα λόγια σε ένα άτομο που βρίσκεται στην κορυφή των σκέψεών μου, το οποίο, όπως λέει ο Δάντης, διαβάζει το μυαλό μου. Η αγαπημένη μου ηθοποιός, Νικολέτα Μπράσκι, στην οποία δεν μπορώ καν να αφιερώσω αυτό το βραβείο, γιατί αυτό το βραβείο είναι δικό της. Είναι δικό σου, σου ανήκει, θα το αφιερώσεις εσύ σε όποιον θέλεις. Κάναμε τα πάντα μαζί για 40 χρόνια… Ξέρω μόνο έναν τρόπο να μετράω τον χρόνο, με σένα και χωρίς εσένα

Μπορούμε να μοιραστούμε αυτό το Λιοντάρι, παίρνω την ουρά για να σου δείξω τη χαρά μου κουνώντας τη, και παίρνεις τα υπόλοιπα. Ειδικά τα φτερά είναι δικά σου, γιατί αν έχω μπει μερικές φορές σε αεροπλάνο για δουλειά το οφείλω σε σένα, στο ταλέντο, το μυστήριο, τη γοητεία σου, την ομορφιά σου, τη θηλυκότητά σου. Το να είσαι γυναίκα είναι ένα μυστήριο που δεν καταλαβαίνουμε εμείς οι άνδρες. Είχε δίκιο ο Μαρξ όταν είχε πει ότι “οι άνδρες είναι γυναίκες που δεν τα κατάφεραν”. Αν έχω κάνει κάτι καλό στη ζωή μου, πάντα το διέσχιζε το φως σου. Την πρώτη φορά που σε γνώρισα εξέπεμπες τόσο πολύ φως που νόμιζα ότι ο Κύριός μας ήθελε να στολίσει τον ουρανό με έναν άλλον ήλιο. Ήταν ένας έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά και με την τελευταία ματιά. Ή καλύτερα και με την αιώνια ματιά» είπε και το κοινό δεν σταμάτησε να τον χειροκροτεί όρθιο.

Ο Ρομπέρτο Μπενίνι αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους πιο χαρισματικούς σύγχρονους καλλιτέχνες, που με τον χειμαρρώδη και ενθουσιώδη χαρακτήρα του, χαρίζει στο κοινό στιγμές γέλιου, συγκίνησης, αλλά και τροφή για σκέψη, μέσω της δουλειάς του και όχι μόνο. Το χαμόγελο είναι χωρίς αμφιβολία το σήμα κατατεθέν του, κάτι το οποίο φορά πάντα – κάτι το οποίο δεν έχει βγάλει ποτέ από πάνω του.

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια στη Τοσκάνη

Ο Ρομπέρτο Μπενίνι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό της Τοσκάνης, σε μία φτωχική οικογένεια. Έχει τρεις μεγαλύτερες αδερφές, την Μπρούνα, την Αλμπερτίνα και την Άννα, καμία εκ των οποίων δεν ασχολήθηκε με την υποκριτική. Η μητέρα του, Ισολίνα Παπίνι, εργαζόταν ως επιτηρητής και κατασκευάστρια υφάσματος, ενώ ο πατέρας του, Λουίτζι Μπενίνι, έκανε διάφορες δουλειές, όπως αγρότης και ξυλουργός.

«Η οικογένειά μου ήταν αγροτική, αλλά ο πατέρας μου δεν είχε δική του γη. Έψαχνε καθημερινά για δουλειά, αφήνοντας σπίτι τη μητέρα μου, εμένα και τις τρεις αδελφές μου. Είχαμε μόνο ένα κρεβάτι και για τα τέσσερα παιδιά. Έκτοτε δεν έχει τύχει να κοιμηθώ ξανά με τρεις γυναίκες» έχει δηλώσει, χαριτολογώντας, σε μία παλιότερη συνέντευξή του.

Ως την ηλικία των 16 ετών, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν ένα ήσυχο παιδί, που δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, αδύνατο, άσχημο, χωρίς δόντια και τριχωτό. Η μαμά του θεωρούσε ότι κάποιος του είχε κάνει μάγια και τον τραβούσε σε μάγισσες και παντός είδους καφετζούδες και χαρτορίχτρες για να τον ξεματιάσουν. «Γι’ αυτό άλλωστε και στις ταινίες μου παραθέτω συχνά μάγισσες. Είναι από τα λίγα θέματα μαζί με το σεξ και τη θρησκεία ­που γνωρίζω τόσο καλά» έχει πει.

Από την εκκλησιαστική εκπαίδευση στο τσίρκο

Ο Ρομπέρτο μεγάλωσε σε μία καθολική οικογένεια, ενώ ήταν και παπαδοπαίδι. Κάποτε, μάλιστα, η μητέρα του είχε καλέσει έναν ιερέα στο σπίτι, ο οποίος του πρότεινε να πάει σε εκκλησιαστικό σχολείο στην Φλωρεντία ώστε να γίνει παπάς. «Έφθασα ως το σημείο να γίνω παπάς στ’ αλήθεια αλλά ευτυχώς με έσωσε ο κατακλυσμός του ’66. Βλέπετε, όταν συνέβη, βρισκόμουν στη Φλωρεντία, στους ιησουίτες. Μετά από τις πλημμύρες απλά άλλαξα γνώμη». Στη συνέχεια, τελείωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές στο εμπορικό τεχνικό ινστιτούτο Datini του Πράτο, αποκτώντας το δίπλωμα του λογιστή.

Η πρώτη του εμπειρία μπροστά σε κοινό ήταν, σε ηλικία 12 ετών, στο τσίρκο Modin, όπου εργάστηκε για ένα μήνα ως… βοηθός μάγου. «Ήμουν ερωτευμένος με το τσίρκο, όπως και ο Φελίνι, με τον οποίο δούλεψα πολύ αργότερα». Η μητέρα του, όμως, του απαγόρευσε να ξαναπάει, όταν πρόσεξε καψίματα στα χέρια του, τα οποία οφείλονταν σε ένα από τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα.

Σε κάθε παραμύθι, ο ήρωας προχωρά ό,τι και αν συμβεί, καθώς πιστεύει πως μπορεί και θα τα καταφέρει να φτάσει στον στόχο του. Το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα του, ο Μπενίνι θα το κάνει, πηγαίνοντας στη Ρώμη, σε ηλικία 18 ετών. Γνωρίζοντας πλέον ότι θέλει ν’ ασχοληθεί με την υποκριτική, θα βρεθεί σε αρκετές θεατρικές ομάδες. Παράλληλα, θα γοητευτεί από τα έργα του Γουίλιαμ Σαίξπηρ, αλλά και από τον Τσάρλι Τσάπλιν. Θα μελετήσει το χιούμορ, τις κινήσεις του σώματός του, τις εκφράσεις του προσώπου του, αλλά και τον τρόπο που πάντρευε την κωμωδία με την τραγωδία. Στοιχεία που θα υιοθετήσει και θα χρησιμοποιήσει ο ίδιος στη μετέπειτα καριέρα του.

O Ρομπέρτο Μπενίνι στη μεγάλη οθόνη

Ο Ρομπέρτο Μπενίνι έγινε γνωστός τη δεκαετία του ’70, με τη συμμετοχή του στην τηλεοπτική εκπομπή «Τηλεαγελάδα» του Ρέντζο Άρμπορε. Η τολμηρότητα, όμως, της εκπομπής σε συνδυασμό με την αυστηρότητα της λογοκρισίας την εποχή εκείνη, οδήγησε στη διακοπή της. Σε ηλικία 25 ετών, θα πρωταγωνιστήσει στη μεγάλη οθόνη για πρώτη φορά στην ταινία «Berlinguer: I love you» και θα υποδυθεί τον Μάριο Τσιόνι, έναν ποιητή που ερωτεύεται μία έξυπνη γυναίκα που μισεί την ποίηση. Έκτοτε θα πάρει μέρος σε αρκετά έργα και θα γίνει ευρέως γνωστός στο ιταλικό, αλλά και στο ευρωπαϊκό κοινό.

Από την αρχή της καριέρας του, ο Ρομπέρτο Μπενίνι, εκτός της υποκριτικής, ανέδειξε το ταλέντο του σε μεγάλο βαθμό και στη ποίηση, αλλά και στην τραγουδοποιία. Με τον «Διαβολάκο» το 1988, ο Ιταλός καλλιτέχνης αρχίζει και γίνεται ευρέως γνωστός σε όλο τον πλανήτη. Το όνομά του ακούγεται παντού. Το Χόλιγουντ ξεκινάει να συγκεντρώνει πληροφορίες για τον Μπενίνι, ο οποίος γεμίζει σκοτεινές αίθουσες με το κιλό. Η Ντίσνεϊ, μάλιστα, δε θα διστάσει να του προτείνει ένα πενταετές συμβόλαιο, κάτι το οποίο ο ίδιος θ’ αρνηθεί «διότι απλούστατα δεν είχα ιδέα από τις αμερικανικές μεθόδους».

Γιατί… η ζωή είναι ωραία

Στα τέλη του 1997, κυκλοφορεί παγκοσμίως το έργο «H ζωή είναι ωραία» σε σενάριο και σκηνοθεσία του ίδιου. Μια συγκινητική και πολυβραβευμένη ταινία, η οποία απέσπασε το μεγάλο ειδικό βραβείο της επιτροπής στο φεστιβάλ των Kαννών το 1998, αλλά και τρία Όσκαρ: «Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας», «Ανδρικής Ερμηνείας» στον Μπενίνι και «Μουσικής» στον Νικόλα Πιοβάνι. Πρόκειται για μία σπαρακτική ωδή στην ελπίδα για ζωή απέναντι στη φρίκη του Ολοκαυτώματος.

Πηγή έμπνευσης για τον Μπενίνι, αποτέλεσε η ιστορία του πατέρα του, ο οποίος κλείστηκε για δύο χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, και τον Ιταλό Ρομέο Σαλμόνι. Ο τελευταίος ήταν Εβραίος που, σε ηλικία 24 ετών, φυλακίστηκε από τη φασιστική αστυνομία, ενώ αργότερα, οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωση του από τους συμμάχους.

Η πείνα, το κρύο και η εξάντληση ήταν αφόρητα. Οι κρατούμενοι στέκονταν επί ώρες στο χιόνι χωρίς παπούτσια. Ο Σαλμόνι κατάφερε να επιβιώσει και όπως έγραψε, αυτή ήταν η νίκη του ενάντια στον ναζισμό. «Είμαι ακόμα ζωντανός και υγιής. Έχω μια υπέροχη οικογένεια και δώδεκα εγγόνια. Μπορώ να πω ότι το σχέδιο του Χίτλερ για μένα καταστράφηκε» είχε δηλώσει αρκετά χρόνια αργότερα.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός Ιταλού Εβραίου, τον Γκουίντο, που πρέπει να επιστρατεύσει όλη του τη φαντασία για να βοηθήσει την οικογένειά του που κρατείται στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν Μπέλζεν. Ο τίτλος προέρχεται από τη φράση του Λέοντα Τρότσκι. Εξόριστος στο Μεξικό, γνωρίζοντας ότι θα δολοφονηθεί από ανθρώπους του Στάλιν, είδε τη σύζυγό του στον κήπο και έγραψε ότι «η ζωή είναι ωραία». Ο αριθμός που έχει ο Μπενίνι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι ο ίδιος με αυτόν της στολής του Τσάρλι Τσάπλιν στον «Μεγάλο Δικτάτορα».

Η ταινία, στην Αμερική, έκανε πρεμιέρα με 2,3 εκατομμύρια δολάρια το πρώτο τριήμερο. Οι συνολικές εισπράξεις στο αμερικανικό box office έφτασαν τα 57,5 εκατομμύρια δολάρια και στον υπόλοιπο κόσμο απέφερε 171,6 εκατομμύρια δολάρια, ενώ συνολικά συγκέντρωσε 229,1 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως.

Το 1999, στην τελετή των Όσκαρ, η Λόρεν άνοιξε τον φάκελο και ενθουσιασμένη φώναξε το μικρό όνομα του Μπενίνι. Ο ηθοποιός, εκστασιασμένος, σηκώθηκε, ανέβηκε στο κάθισμα του και άνοιξε τα χέρια. Με ένα τεράστιο χαμόγελο, περπάτησε πάνω στα κόκκινα καθίσματα, δέχθηκε τη βοήθεια του Σπίλμπεργκ για να μην πέσει, ενώ ταυτόχρονα όλοι οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα τον χειροκροτούσαν. Με μικρά πηδηματάκια έφτασε στη σκηνή, αγκάλιασε θερμά τη Σοφία Λόρεν και στη συνέχεια παρέλαβε το χρυσό αγαλματίδιο του.

«Θα ήθελα πραγματικά να ευχαριστήσω τους γονείς μου, καθώς μου έδωσαν το μεγαλύτερο δώρο, τη φτώχεια. Θέλω να τους ευχαριστήσω γι’ αυτό το μάθημα ζωής». Και συνέχισε: «Γιατί, αν είμαι εδώ, οφείλεται στο ότι οι άνθρωποι αγαπούν τις ταινίες. Όλα είναι θέμα αγάπης. Θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το βραβείο, λόγω του θέματος της ταινίας, σε όσους δεν είναι εδώ. Έδωσαν τη ζωή τους για να μπορούμε να πούμε ότι “Η ζωή είναι ωραία”. Και θα ήθελα να στείλω ένα φιλί στον Τζιόρτζιο Κανταρίνι, το μικρό αγοράκι. Και μιας και μιλάμε για αγάπη, ο Δάντης είπε: “Η αγάπη θα μετακινήσει τον ήλιο και τα αστέρια”. Η αγάπη είναι θεότητα και μερικές φορές, αν έχεις πίστη, μπορεί να εμφανιστεί, όπως όλες οι θεότητες. Γι’ αυτό το λόγο θέλω ν’ αφιερώσω αυτό το βραβείο στη Νικολέτα Μπράσκι, την γυναίκα μου. Σε ευχαριστώ».

Η συνέχεια του Ρομπέρτο Μπενίνι ήταν πλέον αναμενόμενη και γεμάτη επιτυχίες, διακρίσεις και συνεργασίες με κορυφαία ονόματα του χώρου, όπως τον Γούντι Άλεν στην ταινία «To Rome with Love». Θεωρήθηκε είδωλο στην Αμερική και στην Ιταλία λατρεύτηκε όσο λίγοι. Τον Απρίλιο του 2012, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). «Δεν είναι η Ελλάδα που χρωστάει. Όλος ο κόσμος, η Ευρώπη χρωστάνε στην Ελλάδα» είχε πει. Όπως πάντα εκδηλωτικός, ο Μπενίνι δε δίστασε να σκαρφαλώσει στα έδρανα και ν’ ανέβει στο βήμα καταχειροκροτούμενος. «Ευχαριστώ. Θέλω να σας φιλήσω όλους στο στόμα. Η καρδιά μου χτυπάει πολύ δυνατά».

Ο Ρομπέρτο Μπενίνι, αναμφισβήτητα, αποτελεί τον επιφανέστερο απόγονο της μακράς παράδοσης των γελωτοποιών της ιταλικής αυλής και της κομέντια ντελ άρτε. Μικρόσωμος και νευρώδης, παίζει με τους ανθρώπους, παίζει με τη γλώσσα. Ουρλιάζει για παγωτό και παρασύρει στο πανηγύρι του και τους υπόλοιπους.

Το 1983 στα γυρίσματα της ταινίας «Tu mi turbi» γνώρισε την ηθοποιό Νικολέτα Μπράσκι, την οποία και παντρεύτηκε μερικά χρόνια αργότερα, σε στενό οικογενειακό κύκλο. Από τότε η ηθοποιός έχει εμφανιστεί σε όλες τις ταινίες που έχει σκηνοθετήσει ο σύζυγός της. «Αυτούς που ονειρεύονται τους αναγνωρίζεις, έχουν στα μάτια ένα πέπλο θλίψης. Έχουν τη μελαγχολία αποκοιμισμένη στην άκρη των χειλιών, έχουν το ύφος ανθρώπου που κάτι ψάχνει απελπισμένα. Το ονείρεμα είναι κουραστικό, δεν είναι για τον καθένα. Είναι για τους θαρραλέους όπως η θάλασσα και η αγάπη».

Πηγή: ethnos.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *