1934, Νικολής ο Μαυροθαλασσίτης

????????????????????????????

Η εφημερίδα «Κυνουρία», στο 167ο φύλλο της, δημοσιεύει άρθρο-χρονογράφημα του ΚΑΡΑΚΟΒΟΥΝΙΤΗ (ψευδώνυμο) υπό τον τίτλο «ΝΙΚΟΛΗΣ Ο ΜΑΥΡΟΘΑΛΑΣΣΙΤΗΣ», που ουσιαστικά είναι η νεκρολογία του Νικόλαου Μαυροθαλασσίτη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις αρχές του Οκτωβρίου του 1934.

Το άρθρο έχει ως εξής:

-ΑΝΤΙ  ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΗΣ Ο ΜΑΥΡΟΘΑΛΑΣΣΙΤΗΣ

Ορθός και ατάραχος ο βράχος. Αντίκρυ στη βροχή και στον ήλιο, στη μπουνάτσα και στο κύμα. Η σοροκάδα έρχεται από μακριά, τον διπλώνει μ’ άγρια δύναμη και σπάζει με τρανταγμό. Φεύγει και ξανάρχεται με καινούργια ορμή. Κι’ όλο αυτό γίνεται. Μια πάλη, μια ακατάπαυστη πάλη με τους βοριάδες και το κύμα! Ο βράχος ατράνταχτος κι’ αγέρωχος ορθοστέκει αντίκρυ στον ήλιο, που χρυσώνει το πέλαγος, μ’ αλύγιστη πίστη στην αδάμαστη δύναμη του. Μα το κύμα σιγά, σιγά, σκάβει τα θέμελα και βαθουλώνει τις ρωγμές. Κι’ ένα δειλινό, βογγάει αργά, τρίζει μ’ απόγνωση, αναταράζεται σύυγκορμος και κυλάει στο βάραθρο των νερών. Ένας δυνατός παφλασμός κι’ ύστερα η αιώνια γαλήνη της ακρογιαλιάς. Κι’ ο ήλιος που στέλνει τα κόκκινα φιλιά του στ’ αναταραγμένα νερά.

Τέτοιος κι’ ο Μαυροθαλασσίτης του Παραλίου Άστρους. Σύντομη και πενιχρή η ιστορία του.. Εδώ και σαράντα χρόνια, ο Καπετάν Κυριάκος ο Γερακομής, που έφερνε τακτικά εμπόρευμα στο Άστρος με το καΐκι του, είχε κι’ ένα ναύτη, ηλιοκαμένο και σφιχτοδεμένο παλληκάρι, ως εικοσιπέντε χρονών. Οι άνθρωποι του παραλιακού εκείνου χωριού το βλέπανε και το καμαρώνανε, θαυμάζοντας τη δύναμη του, γιατί μπορούσε να μεταφέρη στον ώμο του βάρος ως 150 οκάδες! (193 κιλά). Το παλληκάρι αυτό ήτανε ο Νικολής ο Μαυροθαλασσίτης. Του άρεσε το χωριό­…. ψωμί. Παράτησε το καΐκι κι’ εγκαταστάθηκε οριστικά στο χωριό, κάνοντας τη δουλειά του αχθοφόρου που τούδινε τα μέσα να ζη κάπως άνετα. Γιατί είτανε και καλόκαρδος και τον αγαπούσαν όλοι. Δούλευε και στις βάρκες του λιμανιού κι’ όταν το βαπόρι φαινότανε, με τη δυνατή φωνή του έδινε το προειδοποιητικό «για μέσα», που παλιότερα ήτανε προνόμιο του αξέχαστου Παντελή Αβραντίνη.

Ποια είτανε η πατρίδα του; Δε μπορέσαμε να το εξακριβώσουμε. Άλλοι μας λένε η Χίος κι’ άλλοι κάποιο μακρινό χωριό του Εύξεινου Πόντου. Το δεύτερο φαίνεται και πιθανότερο απ’ το επώνυμο του. Ως τόσο ο Νικολής έγινε μόνιμος κάτοικος του Παραλίου Άστρους, παντρεύτηκε εκεί, έκανε παιδιά κι’ αποζούσε από την σκληρή δουλειά του αχθοφόρου.

Μα ο βράχος που δέχτηκε μ’ αγέρωχο μάτι τη σοροκάδα της ζωής, λύγισε κι’ αρρώστησε από υπερκόπωση και εξάντληση. Τους τελευταίους μήνες είτανε κατάκοιτος στο κρεβάτι του. Κι’ όπως το κύμα σκάβει τα θέμελα και βαθουλώνει τις ρωγμές, έτσι κι’ η αρρώστια λύγισε τον Νικολή και την περασμένη βδομάδα ο βράχος αναταράχτηκε σύγκορμος και κατρακύλησε στο ήσυχο πέλαγος της αιωνιότητος. Αιώνιος κι’ ακατάλυτος της ζωής ο νόμος. Άλλοι έρχονται, άλλοι φτάνουν κι’ άλλοι φεύγουν. Υπέκυψε κι’ αυτός στον ακατάλυτο νόμο. Αργά ή γρήγορα κι’ εμείς όλοι.. Ο χάρος ο καταλυτής θάρχεται με τη ρομφαία του που αχνίζει από το αίμα.. Κι’ ο Νικολής από μακριά, θα κοιτάζη την άχνη που θα ψηλώνει σαν τον καπνό του βαποριού.. Και θα μας ξαφνιάζη με τη δυνατή φωνή του.. «Για μέσααααα!..»

ΚΑΡΑΚΟΒΟΥΝΙΤΗΣ-

Πατήστε εδώ για να δείτε το «πρωτότυπο» του άρθρου.