
Αύγουστος 1833. Ο Οθων είναι ο νέος βασιλιάς των Ελλήνων αλλά κυβερνά η αντιβασιλεία. O Ανδρέας Μιαούλης είναι πλέον 64 ετών. Εδώ και μια δεκαετία αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα υγείας, που ξεκίνησαν με φοβερούς ρευματισμούς. Συχνά στη διάρκεια της Επανάστασης τον μεταφέρουν σηκωτό στο πλοίο, όπως το καλοκαίρι του 1824, όταν θα πετύχαινε τη μεγαλύτερη νίκη των Ελλήνων σε ναυμαχία. Το καλοκαίρι του 1833 έχει αποσυρθεί λίγο έξω από το Ναύπλιο, στον δρόμο προς την Τίρυνθα, σε ένα φροντισμένο αγροτόσπιτο. Του απομένουν άλλα δύο χρόνια ζωής. Τρία χρόνια νωρίτερα (το 1830) έχασε έναν από τους γιους του από τύφο – το πλήγμα είναι πολύ βαρύ γι’ αυτόν. Αγωνιά για την τύχη των μικρότερων γιων του, δυο εφήβων που σπουδάζουν στο Μόναχο σε μια εποχή που η χολέρα θερίζει την Ευρώπη. Ο Μιαούλης τούς σκέφτεται συνεχώς και ανησυχεί αλλά θα τους δει μόνο μια φορά πριν πεθάνει. Η προτεραιότητά του είναι να εξασφαλίσει ό,τι καλύτερο μπορεί για τα παιδιά του, μεγάλα και μικρά. Θα πρέπει να γνωρίζετε πως αν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είναι ο κύριος υπεύθυνος για τη στερέωση της Επανάστασης με τις νίκες την περίοδο 1821-1822, ο Ανδρέας Μιαούλης είναι ο κύριος υπεύθυνος για την επιβίωσή της κατά τη διάρκεια της σκληρής περιόδου 1824-1827. Εστω και παροπλισμένος, παραμένει ένας θρύλος για κάθε ναυτικό της Μεσογείου, Ελληνα, Ευρωπαίο, ακόμα και Αμερικανό.
Τον Αύγουστο του 1833, λοιπόν, η θρυλική αμερικανική φρεγάτα «USS Constitution» (την οποία μπορείτε να επισκεφθείτε στο λιμάνι της Βοστώνης) βρίσκεται στο Ναύπλιο. Ο διάσημος (στα μέσα του 19ου αιώνα) αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Ναθάνιελ Πάρκερ Γουίλις, μόλις 27 χρονών το 1833, περιγράφει την επίσκεψη του Μιαούλη στο αμερικανικό πολεμικό πλοίο. Διότι όταν ο έλληνας επαναστάτης έμαθε πως αγκυροβόλησε στο Ναύπλιο το «USS Constitution» δεν μπορούσε παρά να το επισκεφθεί. Δίνω τον λόγο στον Γουίλις: «Είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή να ξεναγήσω τον Ανδρέα Μιαούλη στο πλοίο. Ο ηλικιωμένος άνδρας ανέβηκε στο καράβι με μεγάλη σεμνότητα, δεν μας είπε καν ποιος είναι, απευθύνθηκε απλώς σε έναν από τους αξιωματικούς στα ιταλικά. Από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάστηκα από την ευγενική του εμφάνιση και προσφέρθηκα να παίξω τον ρόλο του διερμηνέα. Ηταν ντυμένος με την υδραίικη φορεσιά, το φαρδύ μπλε παντελόνι μαζεμένο στο γόνατο, ένα κοντό ανοιχτό σακάκι δουλεμένο με μαύρο πλεκτό κορδόνι και με ένα κόκκινο σκουφάκι. »Ο μόνος που τον συνόδευε, ο υπασπιστής του, ήταν ένας ψηλός, υπέροχος Ελληνας, ντυμένος με την ίδια φορεσιά. Πάνω στο πλοίο ο Μιαούλης αισθανόταν σαν στο σπίτι του, συνέκρινε το “USS Constitution” συνεχώς με το “Ελλάς”, την κατασκευασμένη στις ΗΠΑ φρεγάτα που είχε κυβερνήσει ο ίδιος. Οι πάντες στο πλοίο εντυπωσιάστηκαν με την ευγενική απλότητα και την αξιοπρέπεια στον τρόπο που μας μιλούσε. Ομολογώ ότι πολύ σπάνια συναντώ κάποιον που να με έχει εντυπωσιάσει περισσότερο από τον Ανδρέα Μιαούλη. »Μου ζήτησε να μεταφέρω την ικανοποίηση για την επίσκεψη στο πλοίο και τα φιλικά αισθήματά του προς τον αρχιπλοίαρχο. Μας προσκάλεσε στο αγροτόσπιτό του, μας το έδειξε μάλιστα – φαινόταν από το πλοίο, βρίσκεται λίγο έξω από το Ναύπλιο. Οταν έφευγε, οι αξιωματικοί του πλοίου τον χαιρέτισαν στρατιωτικά με σεβασμό, βγάζοντας τα πηλήκιά τους καθώς περνούσε από μπροστά τους. Όλοι αισθάνονταν ευτυχείς που τον συνάντησαν. Φαίνεται άξιος να είναι ένας από τους τρεις που αναζητούσε ο Μπάιρον στον φλογερό του στίχο, για “να στήσουν νέες Θερμοπύλες”». [Ο Γουίλις αναφέρεται σε αυτή τη στροφή: Of the three hundred grant but three, / To make a new Thermopylae! (Byron, Don Juan, Canto Three, “The isles of Greece” (poem-within-a-poem), Χειμώνας 1819-1820).] Δεν είναι μόνο το αμερικανικό Ναυτικό της εποχής που τρέφει τόσο μεγάλο θαυμασμό για τον Ανδρέα Μιαούλη, αλλά και οι πλοίαρχοι της Βρετανικής Μοίρας της Μεσογείου. Καθώς μελετώ την αλληλογραφία των βρετανών αξιωματούχων των Ιονίων και των βρετανών πλοιάρχων της περιόδου 1824-1827, είναι ολοφάνερος ο μεγάλος σεβασμός και ο θαυμασμός που τρέφουν για τον Μιαούλη. Στα μάτια τους τα κατορθώματά του είναι θρυλικά. Ομως ο Μιαούλης, μέχρι και σήμερα, καταδικάζεται με προχειρότητα από την κακής ποιότητας δημαγωγική ιστοριογραφία για τα γεγονότα του Πόρου, δηλαδή για το κάψιμο δύο ελληνικών πολεμικών πλοίων. Ενα εξ αυτών ήταν η φρεγάτα «Ελλάς», που του θύμισε το «USS Constitution», δύο μόλις χρόνια αφότου ο ίδιος την ανατίναξε στον Πόρο. Για να κατανοήσουμε αυτή την πράξη του θα πρέπει να δούμε τα γεγονότα στο ιστορικό τους πλαίσιο. Μόνο έτσι θα καταλάβουμε γιατί ο Μιαούλης, ο θρυλικός ναύαρχος της Επανάστασης, πήρε αυτή την απόφαση. Αυτή τη λανθασμένη (δεν υπάρχει καμία αμφιβολία), φοβερή απόφαση. Αλλά μια απόφαση που θα πρέπει, για να την εκτιμήσουμε σωστά, να χρησιμοποιήσουμε τα πολλά τεκμήρια που έχουμε πλέον στη διάθεσή μας. Νέα στοιχεία Στη συνέχεια θα αφηγηθώ εν συντομία τα γεγονότα, προσθέτοντας νέες πληροφορίες βασισμένες σε άγνωστες εκθέσεις που γράφτηκαν αμέσως μετά το συμβάν και τις οποίες ανακάλυψα πρόσφατα στα βρετανικά αρχεία. Οι εκθέσεις αυτές γράφτηκαν από ανθρώπους που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των τραγικών γεγονότων, στα ελληνικά, στα γαλλικά, στα αγγλικά και στα ιταλικά, και συγκεντρώθηκαν από τις Αρχές των Ιονίων Νήσων με σκοπό να ενημερωθεί έγκυρα η βρετανική κυβέρνηση για τα τραγικά γεγονότα. Καθώς μπαίνουμε στο 1831, η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια δυναμώνει. Αυτό οφείλεται σε πολλά αίτια. Το κυριότερο είναι η εχθρότητα των παραδοσιακών ελίτ που αντιδρούν στον απολυταρχικό συγκεντρωτισμό του κυβερνήτη, αλλά και στα εκσυγχρονιστικά μέτρα που αυτός προωθεί, καθώς θίγουν τα προνόμιά τους.
Οι προεπαναστατικές ελίτ βγαίνουν σοβαρά τραυματισμένες οικονομικά από την Επανάσταση, αντιδρούν σε κάθε απόπειρα επιπλέον αποδυνάμωσής τους και διεκδικούν επίμονα υπέρογκες αποζημιώσεις για όσα προσέφεραν στον Αγώνα. Ομως ο Καποδίστριας έχει άλλες, σημαντικότερες προτεραιότητες. Επιπλέον, οι οικονομικοί περιορισμοί που αντιμετωπίζει είναι πολύ σκληροί, καθώς αδυνατεί να εξασφαλίσει το διεθνές δάνειο που του είναι απολύτως απαραίτητο. Επιχειρεί να συμβιβαστεί με τις παραδοσιακές ελίτ, κυρίως με τους Υδραίους, αλλά αποτυγχάνει γιατί τα αιτήματα των τελευταίων είναι μαξιμαλιστικά, αλλά και γιατί ο ίδιος αγανακτεί με την ιδιοτέλειά τους. Οι συνεχείς συγκρούσεις τον κάνουν απόλυτο απέναντι σε όσους αντιδρούν. Ο τρόπος διακυβέρνησής του γίνεται σταδιακά πιο αυταρχικός, ενώ κατορθώνει να έρθει σε σύγκρουση ή να ψυχρανθεί σχεδόν με όλους τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης – το φιλελεύθερο και δημοκρατικό θεσμικό κεκτημένο της οποίας το χαρακτηρίζει «επταετή αναρχία». Δεν εμπιστεύεται ακόμη και συμμάχους του, όπως τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αλλά μόνο τους συγγενείς και τους στενούς του φίλους, κυρίως Επτανήσιους. Η Μεγάλη Βρετανία τον υπονομεύει σταθερά από την αρχή, διότι θεωρεί πως παραμένει υπό την επιρροή των Ρώσων, και θα πρέπει να γνωρίζετε πως η μετά Κάνινγκ Βρετανία είναι αδικαιολόγητα ρωσοφοβική. Η Ιουλιανή Επανάσταση (Ιούλιος 1830) στο Παρίσι θα του στερήσει άλλον έναν πολύτιμο σύμμαχο, τη Γαλλία των Βουρβόνων. Η νέα φιλελεύθερη γαλλική κυβέρνηση τον αντιμετωπίζει με καχυποψία, αν όχι με εχθρότητα. Οι μόνοι σύμμαχοι που του απομένουν είναι οι Ρώσοι. Ο διοικητής της ρωσικής ναυτικής μοίρας στη Μεσόγειο, ο ναύαρχος Πιότρ Ιβάνοβιτς Ρικόρντ, έχει λάβει εντολή από τον τσάρο Νικόλαο να βοηθήσει τον Καποδίστρια όσο μπορεί. Αυτό οξύνει την καχυποψία και ενισχύει την εχθρότητα των Βρετανών και αναγκαστικά φέρνει τον Καποδίστρια πιο κοντά στους Ρώσους από όσο θα επιθυμούσε ακόμη και ο ίδιος. Είναι οι μόνοι αξιόπιστοι σύμμαχοί του και αυτοί που θα τον στηρίξουν στα δραματικά γεγονότα του Πόρου. Ομως οι Βρετανοί δεν επιθυμούν την απομάκρυνσή του από την εξουσία. Το Φόρεϊν Οφις θεωρεί ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να κυβερνήσει την Ελλάδα και γι’ αυτό πρέπει οπωσδήποτε να παραμείνει στη θέση του μέχρι τον ερχομό του νέου βασιλιά, που έχει ήδη σχεδόν επιλεγεί (στις αρχές του 1831 κυκλοφορεί η πληροφορία πως θα είναι ο ανήλικος Οθων). Αν και οι Βρετανοί θέλουν τον Καποδίστρια αποδυναμωμένο πολιτικά, αποθαρρύνουν όσους θέλουν να τον ανατρέψουν. Ακόμα και ο εχθρικά διακείμενος βρετανός επιτετραμμένος στο Ναύπλιο, Εντουαρντ Ντόκινς, γράφει στις αρχές Απριλίου: «Ελπίζω να αποφύγουμε μια γενική επανάσταση εναντίον του». Χαρακτηριστικό της στάσης των Βρετανών είναι ένα άγνωστο μέχρι σήμερα επεισόδιο: Στις αρχές του 1831 ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης θα ταξιδέψει στα Επτάνησα για να συναντήσει τον βρετανό ύπατο αρμοστή Φρέντερικ Ανταμ και να ζητήσει την άμεση βοήθειά του για να ανατρέψει τον Καποδίστρια. Ο Πετρόμπεης φτάνει με το πλοιάριο του φιλέλληνα (και ιστορικού της Επανάστασης) Τόμας Γκόρντον στη Ζάκυνθο, τάχα τυχαία, αλλά στην πραγματικότητα επειδή έχει πληροφορίες πως ο Ανταμ βρισκόταν εκεί. Ο Πετρόμπεης ζητά να συνομιλήσει με τον ίδιο τον Ανταμ ή έστω έναν έμπιστο συνεργάτη τού ανώτατου αρμοστή. Ο Ανταμ αποφεύγει να τον δει και του στέλνει (στο Λαζαρέτο, όπου βρίσκεται ο Πετρόμπεης σε διαδικασία καραντίνας) έναν συνεργάτη του. Ο Πετρόμπεης εξηγεί τον σκοπό του ταξιδιού του και παραδίδει μια επιστολή για τον Ανταμ στην οποία κατηγορεί τον Καποδίστρια για δεσποτισμό («βενετσιάνικου και ρωσικού τύπου»), εκθέτει αναλυτικά τις διώξεις κατά της οικογένειάς του και του ιδίου και ζητά (α) να ενημερωθεί η βρετανική κυβέρνηση, (β) να μεταφερθεί ο ίδιος με βρετανικό πλοίο στη Μάνη, και κυρίως (γ) να προμηθεύσουν βρετανοί μυστικοί πράκτορες τους Μανιάτες με όπλα και πυρομαχικά.
Ο Ανταμ θα του φερθεί πολύ ψυχρά. «Του έγραψα ότι δεν μπορώ να ικανοποιήσω το αίτημά του και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να ενθαρρύνω ή ακόμα και να ακούσω τέτοιου είδους προτάσεις», θα γράψει στην αναφορά του προς το Λονδίνο. Ο Ανταμ ζητά από τον Πετρόμπεη να φύγει αμέσως από τη Ζάκυνθο, χωρίς να βγει από το Λαζαρέτο, χωρίς να καθυστερήσει διόλου. Δίνει ταυτόχρονα αυστηρές εντολές στους ανθρώπους του να εξασφαλίσουν ότι με το πρώτο διαθέσιμο πλοιάριο ο Πετρόμπεης θα αναχωρήσει. «Ελπίζω o υπουργός Αποικιών να εγκρίνει την άρνησή μου να έχω οποιαδήποτε συνομιλία μαζί του, καθώς και την άρνησή μου να τον βοηθήσω ή να εμφανίζομαι ότι συνεργάζομαι μαζί του. Λυπάμαι ακόμα και που βρέθηκα στο ίδιο νησί με αυτόν τον άνθρωπο που αντιπολιτεύεται την κυβέρνησή του. Η αλήθεια είναι πως, ενώ υπερβάλλει όταν λέει ότι έχει ξεκινήσει εξέγερση κατά της ελληνικής κυβέρνησης, είναι βέβαιο πως υπάρχει πολύ έντονη δυσαρέσκεια». Ο υπουργός Αποικιών, λόρδος Γκόντριτς (που υπηρέτησε για μικρό διάστημα και ως πρωθυπουργός, αμέσως μετά τον θάνατο του Κάνινγκ – ήταν αυτός που χειρίστηκε το Ναβαρίνο), σημειώνει πάνω στην επιστολή: «Ο σερ Φ. Ανταμ φέρθηκε άψογα. Θα ήταν μεγάλη ανοησία να δεχτεί όσα του ζήτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης». Το επαναλαμβάνω για να γίνει κατανοητό: οι Βρετανοί υπονομεύουν συστηματικά τον Καποδίστρια, του ασκούν κριτική, δίκαιη και άδικη (επίσημα και στον Τύπο τους), αλλά τον θεωρούν απαραίτητο ως προσωρινή λύση και αποθαρρύνουν κάθε ενέργεια που θα τον οδηγήσει σε αδιέξοδο και παραίτηση πριν από την άφιξη του νέου βασιλιά. Ελπίζουν, όμως, ότι θα υποχρεωθεί να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς, δίνοντας στους αντιπάλους του (ιδίως τους αγγλόφιλους που βρίσκονται στην Υδρα) μερίδιο στη λήψη αποφάσεων. Οποιαδήποτε σκέψη για βίαιη ανατροπή του την αποθαρρύνουν με σαφείς εντολές που στέλνουν στους ανθρώπους τους στην περιοχή. Εξεγέρσεις κατά του Καποδίστρια Ομως, από τη Σύρο μέχρι την Αταλάντη και από την Υδρα μέχρι τη Μάνη ξεσπούν μικρές ή μεγάλες εξεγέρσεις από όσους θεωρούν ότι αδικήθηκαν από τον Καποδίστρια. Οι φιλελεύθεροι, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο αλλά και τον στενό του συνεργάτη Αναστάσιο Πολυζωίδη (τον εκδότη του σκληρά αντιπολιτευόμενου «Απόλλωνα» και αργότερα του δικαστή που θα αρνηθεί να υπογράψει την καταδίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη), έχουν εγκατασταθεί στην Υδρα και προσφέρουν ιδεολογική κάλυψη στα ιδιοτελή αιτήματα της παραδοσιακής κοινωνίας, ενώ οι εξεγερμένοι Μανιάτες ανεμίζουν σημαίες της Γαλλικής Επανάστασης και ζητούν να φύγει ο «τύραννος». Οι φιλελεύθεροι θα μπορούσαν να είναι σύμμαχοι του Καποδίστρια στην προσπάθεια του να στήσει το ελληνικό κρατίδιο και να το εκσυγχρονίσει. Αλλά από τη μία η δική τους έλλειψη μετριοπάθειας, η ρωσοφοβία τους και η δικαιολογημένη ανησυχία για τον αυταρχισμό του, και από την άλλη η άρνηση του Καποδίστρια να δεχθεί οποιαδήποτε φιλελευθεροποίηση της όλο και περισσότερο αυταρχικής διακυβέρνησής του και η, από ένα σημείο και πέρα, υπερβολική (σχεδόν παρανοϊκή) καχυποψία του, τους έφερε αντιμέτωπους. Η σύγκρουση αυτή οφείλεται στα λάθη και των δύο πλευρών – ιδίως, όμως, των φιλελεύθερων, που σε κάποιες περιπτώσεις φέρθηκαν ιταμά. Ο Καποδίστριας προσπαθεί να διασπάσει τους εχθρούς του προσεταιριζόμενος τους συμμάχους τους. Θα στείλει τον Κωνσταντίνο Κανάρη στη Μάνη για να εξασφαλίσει τη στήριξη της ισχυρής οικογένειας των Φωκάδων, που ήταν σύμμαχοι των Μαυρομιχάληδων. Στις αρχές Απριλίου 1831, οι δύο πρώτες σελίδες της κυβερνητικής «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» θα αφιερωθούν στις δηλώσεις νομιμοφροσύνης των Φωκάδων, που εντάσσονται στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Το ίδιο θα επιχειρήσει και με τον Ανδρέα Μιαούλη. Θα κάνει ό,τι μπορεί για να τον φέρει κοντά του, θα ικανοποιήσει οικονομικά του αιτήματα, θα του γράψει ο ίδιος προσωπικά εξηγώντας την πολιτική του. Αλλά ο Μιαούλης είναι Υδραίος, είναι αγγλόφιλος, είναι στενός φίλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Οχι μόνο δεν συμμαχεί με τον Καποδίστρια, αλλά θα πρωταγωνιστήσει στην αντιπολίτευση εναντίον του καθώς πλησιάζουμε στο θερμό καλοκαίρι του 1831, όταν και πάλι θα πολεμήσουν «Ελληνες με Ελληνες», όπως γράφει με θλίψη περιγράφοντας τα γεγονότα ο Νικόλας Κασομούλης. Η εδραίωση της Αντιπολίτευσης στην Υδρα έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τον Καποδίστρια, καθώς οι Υδραίοι κυριαρχούσαν στον στόλο (οι μισοί ναύτες του ήταν Υδραίοι). Οπως ήταν αναμενόμενο, ο Καποδίστριας θα αποπειραθεί να ελέγξει τον στόλο – όχι μόνο για να στερήσει ένα πανίσχυρο όπλο από τους αντιπάλους του, αλλά και για να υποχρεώσει τα νησιά, κυρίως την Υδρα, τη Σύρο και τις Σπέτσες, να υποταχθούν. Βασικός στόχος ήταν, επίσης, να κλείσει ο «Απόλλων», η μοναδική εφημερίδα που τον αντιπολιτευόταν και τα άρθρα της αναδημοσιεύονταν συστηματικά στις μεγαλύτερες εφημερίδες της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Στις 14 Ιουλίου 1831, ταυτόχρονα, πιθανόν και συντονισμένα, έστειλαν στον Καποδίστρια ή δημοσίευσαν επιστολές στις οποίες του ζητούσαν να σταματήσει επιτέλους ο αυταρχικός κατήφορος και να οργανωθεί νέα Εθνοσυνέλευση, ο Ανδρέας Ζαΐμης από τα Καλάβρυτα, οι Δημήτριος Υψηλάντης, Ανδρέας Λόντος και Σπυρίδων Τρικούπης από το Ναύπλιο (σε κοινή επιστολή τους), οι Σπετσιώτες, οι Συριανοί και οι Υδραίοι. Την επιστολή των Υδραίων υπέγραφε και ο Μιαούλης. Ο Καποδίστριας δεν τόλμησε να κινηθεί εναντίον τους, αλλά φρόντισε να ξεκινήσει ένα μικρό πογκρόμ στο Ναύπλιο, στο δεύτερο μισό του Ιουλίου, εναντίον όλων όσοι θεωρούνταν αντιπολιτευόμενοι. Ολες οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας (ελληνικές, γαλλικές, αγγλικές), επιβεβαιώνουν ότι εντείνεται η αστυνομοκρατία σε ολόκληρη την επικράτεια, ιδίως στο Ναύπλιο, ενώ η χώρα γεμίζει από «κατασκόπους» του καθεστώτος. Φυλακίσεις, εξορίες, εκτοπίσεις, άνοιγμα επιστολών, τραμπουκισμοί, απειλές, οικονομική πίεση αποτελούν μερικά από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί το καθεστώς για να αποθαρρύνει τους αντιπάλους του. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Καποδίστριας αποφασίζει, στα μέσα του καλοκαιριού, να ελέγξει πλήρως τον στόλο και να τον χρησιμοποιήσει για να καταστείλει τις εξεγέρσεις. Για να αποσπάσει τον στόλο από τους Υδραίους χρησιμοποιεί τον Κωνσταντίνο Κανάρη και τους λίγους νομιμόφρονες αξιωματικούς του Ναυτικού που επιχείρησαν να εξοπλίσουν και να ελέγξουν τον στόλο που βρισκόταν στον ναύσταθμο στον Πόρο, με σκοπό να καταπνίξουν την εξέγερση στην Ερμούπολη της Σύρου και έπειτα να αποκλείσουν και να πιέσουν την Υδρα, το κέντρο της αντιπολίτευσης. Η φρεγάτα «Ελλάς» και η «πειρατεία» Αλλά οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν μικρές. Ο Αντώνης Κριεζής, ο Γεώργιος Σαχίνης και, φυσικά, ο ίδιος ο Ανδρέας Μιαούλης αναλαμβάνουν να τον εμποδίσουν. Ο Αντώνης Κριεζής πρώτος έφτασε και κατέλαβε τα πλοία το βράδυ της 14ης Ιουλίου και σε λιγότερο από 48 ώρες αργότερα ακολούθησε ο Μιαούλης. Στις 17 Ιουλίου ο ίδιος ο Μιαούλης ανέλαβε τη διοίκηση της φρεγάτας «Ελλάς» ως «ναύαρχος», ενώ οι Υδραίοι είχαν καταλάβει νωρίτερα τον ναύσταθμο στον Πόρο και ένα μικρό φρούριο στο Μπούρτζι, στην ανατολική είσοδο του λιμανιού του νησιού. Ο Καποδίστριας αποφάσισε να υιοθετήσει πολύ σκληρή στάση, κατηγορώντας τους Υδραίους ως πειρατές και ληστές. Ζήτησε αμέσως τη βοήθεια των στόλων των τριών δυνάμεων και έστειλε 1.200 άνδρες με επικεφαλής τον Νικηταρά και τον Δημήτριο Καλλέργη, με σκοπό να αποκλείσουν τον Πόρο από τον Γαλατά και έπειτα να επιχειρήσουν απόβαση στο νησί, ενώ ο Κανάρης θα έκανε ό,τι μπορούσε από τη θάλασσα. Οι επιτετραμμένοι της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας αποκήρυξαν την εξέγερση των Υδραίων, αλλά οι διοικητές της βρετανικής και της γαλλικής ναυτικής μοίρας, που εκτιμούσαν πολύ τον Μιαούλη και ήταν εχθρικοί απέναντι στον Καποδίστρια, αρνήθηκαν να εμπλακούν ενεργά και πρότειναν να βοηθήσουν ως διαμεσολαβητές. Ο γάλλος μοίραρχος Ζιλιέν Πιερ Αν Λαλάντ και ιδίως ο βρετανός μοίραρχος Εντμουντ Λάιονς ήθελαν να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή τους. Ο διοικητής της ρωσικής μοίρας, όμως, ο ναύαρχος Ρικόρντ, δέχθηκε αμέσως να βοηθήσει τον έλληνα κυβερνήτη, αποκλείοντας τους Υδραίους από τη θάλασσα, σε συνεργασία με τον Κανάρη. Η εμπλοκή του Ρώσου πλοιάρχου εξόργισε τον Μιαούλη, ιδίως όταν αυτός, στη συνάντησή τους στις 18 Ιουλίου, απαίτησε την άμεση παράδοση των πλοίων και του ναυστάθμου. Αν και η ηγεσία της Υδρας τού συνιστούσε να παραμείνει ψύχραιμος, ο Μιαούλης, ενθαρρυμένος από το γεγονός πως οι Βρετανοί και οι Γάλλοι απέφευγαν να εμπλακούν, δήλωσε στον Ρικόρντ ότι δεν αναγνωρίζει τον Καποδίστρια και δέχεται εντολές μόνο από την Υδρα. Επιπλέον, «ως έλληνας ναύαρχος αρνείται να υπακούσει στον ρώσο ναύαρχο», πρόσθεσε – κάτι που εξαγρίωσε τον Ρικόρντ. Ο Μιαούλης, καταλαβαίνοντας πως η κατάσταση θα γίνει περίπλοκη, ζήτησε να έρθει στον Πόρο ο ίδιος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος για να τον συμβουλεύει στις διαπραγματεύσεις. Ο βετεράνος ναυτικός είχε ελάχιστα εμπλακεί στις πολιτικές διαμάχες του Αγώνα μέχρι τη στιγμή εκείνη, δεν είχε πολιτική εμπειρία, αλλά είχε φοβερό πείσμα: δεν υπήρχε καμία περίπτωση να παραδώσει ελληνικά πλοία στους Ρώσους. «Αν ο Ρικόρντ μας χτυπήσει, θα τον χτυπήσουμε κι εμείς, και θα δείξουμε έτσι ότι ξέρουμε να πεθαίνουμε με τιμή για να υπερασπίσουμε τους νόμους και την ελευθερία της πατρίδας μας». Ο Λαλάντ και ο Λάιονς προσπάθησαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση. Διαπίστωσαν ότι οι κάτοικοι του Πόρου είχαν συνταχθεί με τους Υδραίους και θεωρούσαν πως αυτές οι εξεγέρσεις αποτελούσαν αντιπολιτευτικές ενέργειες που έπρεπε να αντιμετωπιστούν με ψυχραιμία, και όχι με καταστολή. Ο Μιαούλης, για να τους πείσει, χρησιμοποίησε ως βασικό επιχείρημα για την κατάληψη του στόλου ότι ο Καποδίστριας σκόπευε να τον ελέγξει για να υποτάξει τα νησιά, ιδίως την Υδρα και τη Σύρο. Οι δύο πλοίαρχοι πρότειναν στα αντιμαχόμενα μέρη να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις, αλλά ταυτόχρονα ενθάρρυναν τον Μιαούλη να επιμείνει. Ο Μιαούλης και ο Μαυροκορδάτος (που προσπάθησε να δράσει κατευναστικά) συμφώνησαν στην προσωρινή ανακωχή και στη διαμεσολάβηση των τριών πλοιάρχων. Ο Μαυροκορδάτος, θεωρώντας (και ελπίζοντας) πως η υπόθεση θα λήξει με κάποιες υποχωρήσεις του Καποδίστρια, αναχώρησε για την Υδρα, στερώντας τον Μιαούλη από έναν χρήσιμο σύμβουλο. Ο Ρικόρντ όμως ήταν αδιάλλακτος, ζήτησε τη βοήθεια των δύο άλλων πλοιάρχων και τους προειδοποίησε ότι ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να χτυπήσει τον Μιαούλη, αν το θεωρούσε απαραίτητο. Ο Λαλάντ και ο Λάιονς έσπευσαν αμέσως θορυβημένοι στο Ναύπλιο για να ενημερώσουν τους διπλωμάτες των τριών δυνάμεων, αλλά και τον κυβερνήτη. Πριν αναχωρήσουν απαίτησαν από τους Μιαούλη και Ρικόρντ να τους υποσχεθούν ότι θα περίμεναν την επιστροφή τους χωρίς να συγκρουστούν. Οταν οι μοίραρχοι έφτασαν στο Ναύπλιο, ο Καποδίστριας τους διαβεβαίωσε ότι, αν και θεωρούσε τους υδραίους στασιαστές και πραγματικό υπεύθυνο τον Μαυροκορδάτο, δεν είχε δώσει εντολή να ασκηθεί βία εναντίον του Μιαούλη. Ομως δεν έλεγε την αλήθεια. Αν και υποχώρησε στην πίεση των δύο πλοιάρχων και δέχτηκε να συγκαλέσει εσπευσμένα νέα, πιο αντιπροσωπευτική Εθνοσυνέλευση, εφόσον οι Υδραίοι εγκατέλειπαν τα πλοία, ζήτησε ταυτόχρονα από τον Ρικόρντ να χτυπήσει τον Μιαούλη πριν προλάβουν να επιστρέψουν οι Λαλάντ και Λάιονς και να ανακοινώσουν τη συμφωνία. Απόβαση στον Πόρο Η αναχώρηση του Λαλάντ και του Λάιονς από τον Πόρο είχε αφήσει τον Ρικόρντ ανεξέλεγκτο. Ηταν έτοιμος να επιτεθεί αν διέκρινε προσπάθεια άρσης του αποκλεισμού από ελληνικά πλοία. Σε συνεργασία με τους έλληνες κυβερνητικούς οργάνωσε την απόβαση Ελλήνων και Ρώσων στον Πόρο. Με ρωσικές λέμβους οι έλληνες στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο νησί, έλεγξαν το μοναστήρι και έκοψαν την παροχή νερού στις κατοικημένες περιοχές και στα πλοία που έλεγχε ο Μιαούλης. Επιχείρησαν να καταλάβουν και την πόλη, αλλά απέτυχαν. Οι Ρώσοι εμπόδιζαν τη μεταφορά νερού και βασικών προμηθειών στο νησί, ενώ έριξαν καταιγισμό πυρών, ακόμα και σε ένα πλοιάριο όπου επέβαιναν γυναίκες. Οι κάτοικοι του Πόρου άρχισαν να εγκαταλείπουν πανικόβλητοι το νησί τους. Στις 27 Ιουλίου ο Μιαούλης αποφάσισε να αντιδράσει στην προσπάθεια των Ρώσων και των κυβερνητικών να καταλάβουν πλήρως τον Πόρο και να τον αποκόψουν. Οταν ένα ρωσικό πλοίο πλησίασε απειλητικά, η κορβέτα «Νήσος των Σπετσών», με πλοίαρχο τον Λάζαρο Πινότση, του έκλεισε τον δρόμο. Τότε το ρωσικό μπρίκι, μαζί με άλλο ένα ρωσικό πλοίο, χτύπησαν την ελληνική κορβέτα και αμέσως μετά τη φρεγάτα «Ελλάς» και την περίφημη ατμοκίνητη «Καρτερία. Οι Ελληνες ανταπόδωσαν και η ναυμαχία ξεκίνησε. Οι συγκρούσεις και οι αψιμαχίες κράτησαν τρεις ημέρες και είχαν αρκετά θύματα, Ελληνες και Ρώσους, όμως η προσπάθεια κατάληψης του Πόρου από τα κυβερνητικά στρατεύματα απέτυχε. Το πρώτο πλοίο που ανατίναξαν οι εξεγερμένοι ήταν το χτυπημένο από τους Ρώσους «Σπέτσαι», στις 30 Ιουλίου. Ο Μιαούλης ήθελε να αποφύγει τη σύγκρουση. Είχε σαφείς εντολές από τους Υδραίους (που του είχε μεταφέρει ο Μαυροκορδάτος) να μην παραδώσει τα πλοία, αλλά και να μη χύσει ρωσικό αίμα. Οι Υδραίοι δεν ήθελαν να έρθουν σε σύγκρουση με τους Ρώσους. Οταν, όμως, έστειλε μια συμβιβαστική επιστολή στον Ρικόρντ, αυτός ανέθεσε σε έναν αξιωματικό του να την επιστρέψει στον Μιαούλη και να την κόψει σε κομματάκια μπροστά στα μάτια του. Ο Μιαούλης, αν και βαθιά προσβεβλημένος, διατήρησε την ψυχραιμία του και την απόφασή του να αποφύγει νέα θερμή σύγκρουση. Ο Ρικόρντ, αντίθετα, διαβεβαίωνε τον Καποδίστρια θριαμβευτικά: «Βάζω στοίχημα το κεφάλι μου ότι ο Μιαούλης, ο αρχηγός των ληστών, δεν θα βγει από αυτό το λιμάνι». Η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τον Μιαούλη. Οι κάτοικοι του Πόρου εγκατέλειπαν με κάθε τρόπο το νησί, οι Υδραίοι δεν μπορούσαν να σπάσουν τον αποκλεισμό για να τον ενισχύσουν, ο κυβερνητικός στρατός ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην πόλη του Πόρου, οι Καποδίστριας, Κανάρης και Σαχτούρης τον καταδίκαζαν με σκληρές δημόσιες δηλώσεις, αλλά και ο Ρικόρντ τον απειλούσε με γενικευμένη επίθεση αν δεν παραδινόταν. Σε διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό ο Καποδίστριας εξέφρασε «τη θλίψη όλων των Ελλήνων για την προσβολή της ρωσικής σημαίας». «Είχα πια μόνο δύο επιλογές. Η να παραδώσω τα πλοία ή να τα κάψω», γράφει ο Μιαούλης στο ημερολόγιό του. Επέμενε να αρνείται να παραδώσει τον ελληνικό στόλο στον ρώσο πλοίαρχο ή να επιτρέψει την κατάληψη όλου του νησιού από τα κυβερνητικά στρατεύματα, που θα του προκαλούσε ασφυξία και θα επέτρεπε τα αντίποινα κατά των υδραίων ναυτών. Θα έπρεπε πρώτα να επιστρέψουν ο Λαλάντ και ο Λάιονς για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση. Αλλά ο Ρικόρντ ήθελε να προλάβει να δημιουργήσει τετελεσμένο πριν επιστρέψουν ο γάλλος και ο βρετανός ομόλογός του. Το βράδυ της 31ης Ιουλίου τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Ο Ρικόρντ ετοιμαζόταν να επιτεθεί: «Θα χτυπήσω». Τότε ο Μιαούλης το πήρε απόφαση, ζήτησε από τα πληρώματα να εγκαταλείψουν τα πλοία και έμεινε μόνος του μαζί με λίγους πιστούς ναύτες. Το πρωί της 1ης Αυγούστου μήνυσε στον Ρικόρντ (μέσω των διαμεσολαβητών, του Σαχτούρη και του γάλλου πλοιάρχου Ογκίστ-Νικολά Βαγιάν, που έκανε ό,τι μπορούσε για να συγκρατήσει τα δύο μέρη) ότι αν επιχειρούσαν οι Ρώσοι να επιτεθούν για να καταλάβουν τα ελληνικά πλοία, αυτός θα τα ανατίναζε για να μην τα παραδώσει. Ο Μιαούλης ήταν αποφασισμένος. Λίγο πριν αναχωρήσει ο Βαγιάν θα του πει: «Εσείς είστε μάρτυρας. Προσπάθησα να πείσω τον ρώσο ναύαρχο να περιμένει να έρθουν οι δύο μοίραρχοι. Αυτό που θα κάνω είναι το μόνο που μου απομένει για να μη χυθεί άλλο ρωσικό και ελληνικό αίμα. Γι’ αυτό που θα συμβεί υπεύθυνος είναι ο Ρικόρντ, που δεν μου άφησε άλλη εναλλακτική». Ο Βαγιάν έθεσε τον Ρικόρντ προ των ευθυνών του: αν επέμενε και δεν περίμενε τους ομολόγους του για να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις, όπως είχε υποσχεθεί, θα ήταν αυτός υπεύθυνος για ό,τι θα συνέβαινε. Ο Ρικόρντ όμως ήταν ανένδοτος: «Δεν θα πέσει σε μένα η ευθύνη, αλλά στον Μιαούλη». Τη σκληρή στάση του ενίσχυαν οι εξοργισμένοι με τους Υδραίους ρώσοι αξιωματικοί, αλλά και αρκετοί έλληνες καποδιστριακοί που βρίσκονταν στο πλοίο του Ρικόρντ και όξυναν τα πνεύματα. Οι Βαγιάν και Σαχτούρης ενημέρωσαν αμέσως τον Μιαούλη για την άρνηση του Ρικόρντ να περιμένει τους δύο μοιράρχους και την απόφαση του να επιτεθεί άμεσα αν ο Μιαούλης δεν παραδιδόταν. Καθώς είχε ήδη δώσει εντολή στο πλήρωμα να εγκαταλείψει τη φρεγάτα «Ελλάς», είχε μείνει πάνω της μόνο ο ίδιος μαζί με τον Αντώνη Κριεζή. Ελληνες, Ρώσοι και Γάλλοι τον έβλεπαν με τα κιάλια τους να περπατά ήρεμος αλλά σκεπτικός πάνω στο έρημο κατάστρωμα, αναμένοντας τις κινήσεις των Ρώσων. Κάποια στιγμή οι δυο έμπειροι ναυτικοί, ο Μιαούλης και ο Κριεζής, είδαν να πλησιάζουν αργά και απειλητικά τρία ρωσικά πλοία και δύο ελληνικά κυβερνητικά τα οποία επάνδρωναν και ρώσοι ναύτες. Ο Ρικόρντ είχε πάρει την απόφαση να τελειώνει με τον Μιαούλη, καθώς έφταναν πληροφορίες πως ο Λαλάντ και ο Λάιονς πλησίαζαν στην περιοχή φέρνοντας μαζί τους τη συμβιβαστική πρόταση. Πρώτα η κορβέτα, μετά η φρεγάτα Στις 10 το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ακούστηκαν δύο διαδοχικές μεγάλες εκρήξεις. Πρώτα ανατινάχτηκε η κορβέτα «Υδρα» και μετά από λίγα λεπτά η φρεγάτα «Ελλάς», αλλά και το φρούριο στο Μπούρτζι του Πόρου. Ο Μιαούλης έβαλε ο ίδιος το φυτίλι στο πλοίο και κατέβηκε τελευταίος από αυτό. Ο Βαγιάν άκουσε με φρίκη «πανηγυρισμούς με βαρβαρικές κραυγές από τα ρωσικά πλοία». Ευτυχώς η «Καρτερία» δεν καταστράφηκε, πρόλαβαν να τη σώσουν, μαζί με ένα άλλο πλοίο, έλληνες στρατιώτες και ναύτες με κίνδυνο της ζωής τους. Ο ίδιος ο Μιαούλης, με μια μικρή ομάδα ναυτών, κατάφερε να φτάσει σώος στην Υδρα, παρά τη σκληρή καταδίωξη και την προσπάθεια των Ρώσων να βυθίσουν τη λέμβο του. Στη 1 το μεσημέρι οι Ρώσοι και οι έλληνες κυβερνητικοί εισέβαλαν στην ερειπωμένη πόλη του Πόρου και από την οργή τους λήστεψαν και έκαψαν τα περισσότερα σπίτια, ακόμα και την οικία όπου έμενε ο Καποδίστριας όταν επισκεπτόταν το νησί και είχε εκεί αποθηκεύσει τα έπιπλά του. Οι αξιωματικοί τους δεν μπόρεσαν να τους συγκρατήσουν. Ο ίδιος ο Νικηταράς κατηγόρησε το ιππικό του Καλλέργη, «αυτό το αχαλίνωτο σώμα», για τα έκτροπα και τη λαφυραγωγία. Ο Καποδίστριας όμως επαίνεσε και επιβράβευσε τον Καλλέργη για την αφοσίωσή του. Για τον Κωνσταντίνο Κανάρη η πράξη του Μιαούλη ήταν εγκληματική. «Είθε να παραδοθεί το όνομα του αυτουργού αυτής της βάρβαρης πράξης στο αιώνιο ανάθεμα», έγραψε στην αναφορά που έστειλε αμέσως στον Καποδίστρια για να τον ενημερώσει για τα γεγονότα. Ο Καποδίστριας αισθάνθηκε ανακούφιση όταν έμαθε τι συνέβη. Εγραφε δύο ημέρες αργότερα (3/8) στον Μιχαήλ Σούτσο στο Παρίσι: «Μας έσωσε προς το παρόν η σταθερότητα του ναυάρχου Ρικόρντ». Θεώρησε υπεύθυνη ολόκληρη την αντιπολίτευση για τα γεγονότα, αλλά στοχοποιήθηκε αμέσως ο Μαυροκορδάτος, ο πραγματικός ηγέτης της αντιπολίτευσης. Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της κυβέρνησης τού έριξε όλο το βάρος, γιατί ήταν δύσκολο να στοχοποιήσει τον δημοφιλή Μιαούλη, τη συνεισφορά του οποίου στην Επανάσταση κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει. Αντιμετώπισε, λοιπόν, τον Μαυροκορδάτο ως τον ηθικό αυτουργό που παρέσυρε τον «αφελή» Μιαούλη. Ο ίδιος ο Μιαούλης, όταν το έμαθε εξοργίστηκε: «Η αναίδειά τους δεν έχει όρια. Στεναχωρήθηκα πολύ όταν έμαθα ότι αποδίδουν στον φίλο μου Μαυροκορδάτο λόγια που ποτέ αυτός δεν μου είπε», θα γράψει. Δώδεκα μέρες μετά τα γεγονότα, ο γραμματέας (δηλαδή υπουργός) Δικαιοσύνης Μιχαήλ Σικελιανός, υπό την καθοδήγηση του Καποδίστρια αλλά κυρίως των σκληρών καποδιστριακών, ανήγγειλε την προσαγωγή σε δίκη των «υπευθύνων» για «έγκλημα καθοσιώσεως εναντίον της εσωτερικής ασφάλειας του Κράτους». Κατηγορούμενοι ήταν οι Ανδρέας Μιαούλης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Λάζαρος Κουντουριώτης, Γεώργιος Κουντουριώτης, Γεώργιος Σαχίνης, Αντώνιος Κριεζής, Ιωάννης Ορλάνδος, Δημήτριος Βούλγαρης, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Αναστάσιος Πολυζωίδης, κ.ά. Το Κοινόν της Υδρας απήγγειλε τη δική του κατηγορία: υπεύθυνος ήταν ο ίδιος ο Καποδίστριας, που θα έπρεπε αμέσως να παραιτηθεί, και φυσικά ο Ρικόρντ. Στη διακήρυξη των Υδραίων οι κατηγορούμενοι από το καποδιστριακό καθεστώς χαρακτηρίζονταν «ανδρείοι υπερασπιστές της ελευθερίας». Ο «Απόλλων» στο κύριο άρθρο του έγραφε ότι «τα πλοία αυτά έμελλαν να χρησιμεύσουν στην εκτέλεση των ολέθριων σκοπών του δεσποτισμού. Τα προσφέραμε ως ολοκαύτωμα της προσωπικής και πολιτικής μας ελευθερίας.» Η ρωσική μοίρα και τα πλοία που έλεγχε πλέον η κυβέρνηση απέκλεισαν από κάθε πλευρά την Υδρα. Για να μην ξανασυμβούν παρόμοια γεγονότα, υποχρεώθηκαν όλοι οι πλοίαρχοι και τα πληρώματα (ακόμα και ο Κανάρης) να υπογράψουν «όρκους πίστης». Ομως ο Καποδίστριας επιχείρησε για μια ακόμα φορά να προσεταιριστεί τους Υδραίους και τον Μιαούλη. Με διαμεσολαβητή ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, τον Παναγιώτη Νικολαΐδη, τους υποσχέθηκε αμνηστία – ακόμα και στον Μιαούλη. Φτάνει να συμφωνούσαν να ρίξουν όλη την ευθύνη στον «σατανά», «δόλιο», «απατεώνα», «πανούργο», «κακούργο», «ιντριγκαδόρο», «ραδιούργο», «άθεο» Μαυροκορδάτο, όπως τον χαρακτήριζε ο Νικολαϊδης στις επιστολές του. Δύο μήνες μετά τα γεγονότα στον Πόρο ο Καποδίστριας θα δολοφονηθεί στο Ναύπλιο από τους Μαυρομιχαλαίους. Επιστρέφουμε στο 1833, δύο χρόνια μετά. Οι Βαυαροί μόλις έχουν αναλάβει τη διακυβέρνηση και τιμούν με κάθε τρόπο τον Μιαούλη. Ομως αυτός έχει μετανιώσει για ό,τι έκανε. Εχει καταλάβει ότι ήταν λάθος, όπως και οι περισσότεροι της τότε αντιπολίτευσης και ο Μαυροκορδάτος (με τον οποίο θα παραμείνει φίλος μέχρι το τέλος). Την ημέρα που επισκέφθηκε το «USS Constitution» δεν σταμάτησε να μιλάει για το πλοίο που τόσο αγαπούσε, αλλά ο ίδιος είχε καταστρέψει. Ο Ανδρέας Μιαούλης θα πεθάνει στον Πειραιά από φυματίωση την Κυριακή 11 Ιουνίου 1835. Ο Οθων θα τον επισκεφθεί δύο φορές, για να τον δει λίγο πριν πεθάνει, ενώ η κηδεία του θα γίνει με μεγάλες τιμές – τιμές που άξιζαν σε έναν από τους πρωταγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης.
Του Αριστείδη Χατζή
Πηγή: Protagon.gr