Το Silybum Marianum ανήκει στην οικογένεια Asteraceae (Compositae), ή αλλιώς στα σύνθετα φυτά. Είναι μια πόα, γνωστή από την αρχαιότητα για τη δράση της σε ηπατικές παθήσεις, παθήσεις στη χολή, καθώς και ως ηπατοπροστατευτικό σε δηλητηριάσεις από χημικές και περιβαλλοντολογικές τοξίνες, δαγκώματα φιδιών, τσιμπήματα εντόμων, δηλητηριώδη μανιτάρια και λήψη υπερβολικής ποσότητας οινοπνεύματος.
Σήμερα είναι το πιο μελετημένο φυτό για τη θεραπεία ηπατοπαθειών με πάνω από 450 δημοσιεύσεις παγκοσμίως. Το φυτό αναφέρεται και ως Carduus marianus αλλά και ως Mariana lacteal. Κάποιες από τις πιο κοινές ονομασίες του σε παγκόσμιο επίπεδο είναι, Milk Thistle, Mary`s thistle, blessed milk thistle, holy thistle, lady`s thistle, Silybe de Marie, και ChardonMarie. Στην Ελλάδα είναι γνωστό με το όνομα γαιδουράγκαθο αλλά και ως κουφάγκαθο, αγκάθι και αγκάβατος. Επίσης από την αρχαιότητα ακόμα έχει επικρατήσει η ονόμασία "Σίλυβο". Μια από τις πιο γνωστές ονομασίες του φυτού η ονομασία Milk Thistle οφείλεται στην ύπαρξη χαρακτηριστικών άσπρων λωρίδων κατά μήκος των νευρών των φύλλων του φυτού, ενώ η πλειοψηφία των υπολοίπων ονομασιών συσχετίζεται με το όνομα της Παναγίας.
Το φυτό είναι μονοετής ή διετής αγκαθωτή πόα, ύψους έως 1,5 μέτρα. Τα φύλλα είναι εναλασσόμενα, με παρυφές οδοντωτές, ανοιχτοπράσινα με άσπρα νεύρα, ενώ οι κεφαλές των ανθέων είναι μεγάλες και περιβάλλονται από πολυάριθμα βράκτια, με αγκαθωτές παρυφές, που καταλήγουν σε μακρύ, βελονοειδές εξάρτημα. Τα σωληνοειδή ανθίδια έχουν χαρακτηριστικό κόκκινο-ιώδες χρώμα και οι καρποί οι οποίοι αποτελούν τη δρόγη του φυτού, είναι μαύροι με σκληρό περίβλημα. Η συλλογή τους γίνεται κατά το τέλος του καλοκαιριού μετά την ωρίμανσή τους. Το Silybum Marianum είναι αυτοφυές κυρίως στη λεκάνη της Μεσογείου, ενώ καλλιεργείται στην υπόλοιπη Ευρώπη και στη Νότια Αμερική. Γενικά απαντάται συχνότερα στις άκρες των δρόμων σε μέρη ακαλλιέργητα, αλλά και σε καλλιεργούμενο έδαφος. Στη χώρα μας είναι ένα ιδιαίτερα κοινό φυτό σε εδάφη με χαμηλό υψόμετρο.
Οι πρώτες αναφορές στο φυτό έγιναν από τον Θεόφραστο κατά τον 4ο αι. π.χ όπου αναφέρεται με το όνομα "Πτέρνιξ". Στη συνέχεια ο Διοσκουρίδης συνιστά το "Μέγα Κενταύριον", ή "Σίλυβον" για την επούλωση των πληγών. Ακολουθεί αναφορά από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, ενώ κατά τον Μεσαίωνα πλήθος βοτανολόγων συνιστούν το φυτό για διάφορες χρήσεις. Ο Αγγλος βοτανολόγος Nicholas Culperer το προτείνει ως εξαιρετικό φάρμακο για τη χολή και το σπλήνα, ενώ στις αρχές του 20ου αι. μια σχολή βοτανολόγων θεραπευτών, οι επονομαζόμενοι "Εκλεκτικοί" χρησιμοποιούν το εκχύλισμα του Silybum Marianum για την "Ηπατική συμφόρηση". Τέλος μετά το 1960 η χρήση του φυτού εξαπλώθηκε ευρέως, ξεκινώντας από τη Γερμανία, όπου ταυτόχρονα με τη χρήση άρχισε και η ερευνητική μελέτη του.
Σύμφωνα με την παράδοση το Silybum Marianum έχει χρησιμοποιηθεί σε παθήσεις του ήπατος και της χολής ως διεγερτικό της παραγωγής γάλακτος, ως αντικαταθλιπτικό, ως αντίδοτο σε δηλητηριάσεις από μύκητες του γένους Amanita καθώς και από άλλες τοξίνες του περιβάλλοντος. Άλλες περιπτώσεις στις οποίες έχει χρησιμοποιηθεί είναι διαταραχές της εμμήνου ρύσης, ανωμαλίες του σπλήνα και των νεφρών. Οι βλαστοί, τα φύλλα, τα άνθη, η ρίζα και ο μίσχος του φυτού είναι βρώσιμα ενώ οι ψημένοι καρποί του αποτελούν υποκατάστατο του καφέ.
Το εκχύλισμα παρουσιάζει σημαντική αντιοξειδωτική δράση, ενώ παράλληλα αυξάνει την πρωτεινοσύνθεση των ηπατικών κυττάρων. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε η αντικαρκινική δράση του φυτού, αλλά και η μείωση της χοληστερόλης που προκαλεί, η καρδιοπροστατευτική και η νευροπροστατευτική του δράση. Σήμερα γίνονται μελέτες για τη δράση του Silybum Marianum και σε άλλα όργανα όπως το πάγκρεας, οι πνεύμονες και τα νεφρά.
Σήμερα, σύμφωνα με τις μονογραφίες της Γερμανικής Comission E (1986), οι ώριμοι καρποί του Silybum Marianum, οι οποίοι αποτελούν την δρόγη του φυτού, χορηγούνται σε περιπτώσεις προβλημάτων δυσπεψίας, ενώ το τυποποιημένο εκχύλισμα της δρόγης έχει σαν ένδειξη το ήπαρ που έχει υποστεί βλάβη λόγω τοξινών, αλλά και ως συμπληρωματική θεραπεία σε περιπτώσεις χρόνιας φλεγμονώδους ηπατικής ασθένειας και σε ηπατική κίρρωση. Άλλες περιπτώσεις στις οποίες χρησιμοποιείται σήμερα είναι σε χοληστερίνη, ηπατίτιδα, πέτρα στη χολή, καρκίνο, αλλά και ως πρώτη ύλη για τη δημιουργία ομοιοπαθητικού φαρμάκου. Ένα πολύ θετικό στοιχείο του Silybum Marianum είναι το γεγονός ότι είναι ένα ιδιαίτερα ασφαλές φυτό. Παρόλο που είναι ένα από τα πιο μελετημένα φυτά που χρησιμοποιούνται, έχουν σημειωθεί ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χρήση του φυτού, χωρίς καμία από αυτές να είναι ιδιαίτερα σοβαρή.
Είναι πολύ πιθανόν στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί και για τη δράση του σε άλλα όργανα, εκτός από το ήπαρ και τη χολή, ενώ προς το παρόν παραμένει, όπως φαίνεται από έρευνα που διεξήχθη στις ΗΠΑ, το πιο διαδεδομένο φαρμακευτικό φυτό σε ασθενείς με ηπατικές παθήσεις.
ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΡΘΡΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΘΝΟΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΟ Φ.Σ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ, ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 24-25 ΜΑΙΟΥ 2008 ΣΤΟ ΒΟΛΟ ΜΕ ΘΕΜΑ "ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ ΚΑΙ ΦΥΤΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥΣ" ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ Π.Φ.Σ.
Της Κατερίνας Μαρούδα.